Vocabulaire
Apprendre les verbes – Grec
κάνω λάθος
Σκέψου προσεκτικά για να μην κάνεις λάθος!
káno láthos
Sképsou prosektiká gia na min káneis láthos!
faire une erreur
Réfléchis bien pour ne pas faire d’erreur!
συμφωνώ
Συμφώνησαν να κάνουν τη συμφωνία.
symfonó
Symfónisan na kánoun ti symfonía.
convenir
Ils sont convenus de conclure l’affaire.
καταναλώνω
Καταναλώνει ένα κομμάτι τούρτας.
katanalóno
Katanalónei éna kommáti toúrtas.
consommer
Elle consomme un morceau de gâteau.
καίγομαι
Η φωτιά θα καεί πολύ στο δάσος.
kaígomai
I fotiá tha kaeí polý sto dásos.
consumer
Le feu va consumer beaucoup de la forêt.
διδάσκω
Διδάσκει το παιδί της να κολυμπά.
didásko
Didáskei to paidí tis na kolympá.
enseigner
Elle enseigne à son enfant à nager.
διαμαρτύρομαι
Οι άνθρωποι διαμαρτύρονται για την αδικία.
diamartýromai
Oi ánthropoi diamartýrontai gia tin adikía.
protester
Les gens protestent contre l’injustice.
απολαμβάνω
Εκείνη απολαμβάνει τη ζωή.
apolamváno
Ekeíni apolamvánei ti zoí.
profiter
Elle profite de la vie.
χτυπώ
Ποιος χτύπησε το κουδούνι της πόρτας;
chtypó
Poios chtýpise to koudoúni tis pórtas?
sonner
Qui a sonné à la porte?
σηκώνομαι
Δεν μπορεί πλέον να σηκωθεί μόνη της.
sikónomai
Den boreí pléon na sikotheí móni tis.
se lever
Elle ne peut plus se lever seule.
αναφέρω
Αναφέρει το σκάνδαλο στη φίλη της.
anaféro
Anaférei to skándalo sti fíli tis.
rapporter
Elle rapporte le scandale à son amie.
κερδίζω
Προσπαθεί να κερδίσει στο σκάκι.
kerdízo
Prospatheí na kerdísei sto skáki.
gagner
Il essaie de gagner aux échecs.