Λεξιλόγιο
Μάθετε Ρήματα – Ολλανδικά

mengen
Ze mengt een vruchtensap.
ανακατεύω
Ανακατεύει έναν χυμό φρούτου.

bedanken
Hij bedankte haar met bloemen.
ευχαριστώ
Την ευχαρίστησε με λουλούδια.

binnenkomen
Het schip komt de haven binnen.
μπαίνω
Το πλοίο μπαίνει στο λιμάνι.

melden
Iedereen aan boord meldt zich bij de kapitein.
αναφέρομαι
Όλοι στο πλοίο αναφέρονται στον καπετάνιο.

bedekken
Het kind bedekt zijn oren.
καλύπτω
Το παιδί καλύπτει τα αυτιά του.

voorbijgaan
De middeleeuwse periode is voorbijgegaan.
περνάω
Η μεσαιωνική περίοδος έχει περάσει.

uitsluiten
De groep sluit hem uit.
αποκλείω
Η ομάδα τον αποκλείει.

verbranden
Je moet geen geld verbranden.
καίω
Δεν πρέπει να καίς χρήματα.

bezoeken
Een oude vriend bezoekt haar.
επισκέπτομαι
Μια παλιά φίλη την επισκέπτεται.

rijden
Ze rijden zo snel als ze kunnen.
πετώ
Πετούν όσο πιο γρήγορα μπορούν.

vergeven
Ik vergeef hem zijn schulden.
συγχωρώ
Του συγχωρώ τα χρέη του.
