Ordförråd
Lär dig adjektiv – grekiska
ενεργός
ενεργή προαγωγή υγείας
energós
energí proagogí ygeías
aktiv
aktiv hälsopromotion
αλκοολικός
ο αλκοολικός άνδρας
alkoolikós
o alkoolikós ándras
alkoholberoende
den alkoholberoende mannen
αυστηρός
ο αυστηρός κανόνας
afstirós
o afstirós kanónas
sträng
den stränga regeln
άψητος
άψητο κρέας
ápsitos
ápsito kréas
rå
rått kött
φοβισμένος
ένας φοβισμένος άνδρας
fovisménos
énas fovisménos ándras
rädd
en rädd man
δημόσιος
δημόσιες τουαλέτες
dimósios
dimósies toualétes
offentlig
offentliga toaletter
δύσκολος
η δύσκολη αναρρίχηση στο βουνό
dýskolos
i dýskoli anarríchisi sto vounó
svår
den svåra bergsbestigningen
όμορφος
το όμορφο κορίτσι
ómorfos
to ómorfo korítsi
söt
den söta flickan
κεντρικός
η κεντρική αγορά
kentrikós
i kentrikí agorá
central
den centrala torget
θυμωμένος
ο θυμωμένος αστυνομικός
thymoménos
o thymoménos astynomikós
ilsken
den ilskna polisen
προσεκτικός
το προσεκτικό αγόρι
prosektikós
to prosektikó agóri
varsam
den varsamma pojken