Ordförråd
Lär dig adjektiv – grekiska

θολός
μια θολή μπύρα
tholós
mia tholí býra
grumlig
ett grumligt öl

μπροστινός
η μπροστινή σειρά
brostinós
i brostiní seirá
främre
den främre raden

παρόμοιος
δύο παρόμοιες γυναίκες
parómoios
dýo parómoies gynaíkes
liknande
två liknande kvinnor

έκπληκτος
ο έκπληκτος επισκέπτης της ζούγκλας
ékpliktos
o ékpliktos episképtis tis zoúnklas
överraskad
den överraskade djungelbesökaren

χωλός
ένας χωλός άντρας
cholós
énas cholós ántras
halt
en halt man

δυστυχισμένος
μια δυστυχισμένη αγάπη
dystychisménos
mia dystychisméni agápi
olycklig
en olycklig kärlek

επίκαιρος
η επίκαιρη θερμοκρασία
epíkairos
i epíkairi thermokrasía
aktuell
den aktuella temperaturen

χαριτωμένος
ένα χαριτωμένο γατάκι
charitoménos
éna charitoméno gatáki
söt
en söt kattunge

προσεκτικός
μια προσεκτική πλύση αυτοκινήτου
prosektikós
mia prosektikí plýsi aftokinítou
noggrann
en noggrann biltvätt

λεπτός
η λεπτή αμμουδιά
leptós
i leptí ammoudiá
fin
den fina sandstranden

αφελής
η αφελής απάντηση
afelís
i afelís apántisi
naiv
det naiva svaret
