Ordförråd
Lär dig adjektiv – grekiska
απόλυτος
απόλυτη ποσότητα ποτού
apólytos
apólyti posótita potoú
absolut
absolut drickbarhet
ηλίθιος
ένα ηλίθιο σχέδιο
ilíthios
éna ilíthio schédio
dum
en dum plan
θυμωμένος
ο θυμωμένος αστυνομικός
thymoménos
o thymoménos astynomikós
ilsken
den ilskna polisen
νομικός
ένα νομικό πρόβλημα
nomikós
éna nomikó próvlima
laglig
ett lagligt problem
προσωπικός
ο προσωπικός χαιρετισμός
prosopikós
o prosopikós chairetismós
personlig
den personliga hälsningen
αγγλικός
το αγγλικό μάθημα
anglikós
to anglikó máthima
engelsk
den engelska lektionen
κακός
μια κακή απειλή
kakós
mia kakí apeilí
elak
ett elakt hot
ανήλικος
μια ανήλικη κοπέλα
anílikos
mia aníliki kopéla
underårig
en underårig flicka
ενεργός
ενεργή προαγωγή υγείας
energós
energí proagogí ygeías
aktiv
aktiv hälsopromotion
αληθινός
αληθινή φιλία
alithinós
alithiní filía
sann
sann vänskap
βιολετί
το βιολετί λουλούδι
violetí
to violetí louloúdi
violett
den violetta blomman