Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Πορτογαλικά (PT)

duplo
o hambúrguer duplo
διπλός
ο διπλός χάμπουργκερ

atento
o pastor alemão atento
ενής
ο ενής ποιμενικός σκύλος

cómico
barbas cómicas
αστείος
αστείες μούσιες

divorciado
o casal divorciado
διαζευγμένος
το διαζευγμένο ζευγάρι

dependente
os doentes dependentes de medicamentos
εξαρτημένος
ασθενείς εξαρτημένοι από φάρμακα

azedo
limões azedos
ξινός
τα ξινά λεμόνια

casado
o casal recém-casado
παντρεμένος
το πρόσφατα παντρεμένο ζευγάρι

necessário
a lanterna necessária
απαραίτητος
η απαραίτητη φακός

inútil
o espelho do carro inútil
άχρηστος
το άχρηστο καθρέφτη αυτοκινήτου

lindo
um vestido lindo
πανέμορφος
ένα πανέμορφο φόρεμα

molhado
as roupas molhadas
βρεγμένος
τα βρεγμένα ρούχα
