Λεξιλόγιο
Μάθετε Επίθετα – Λετονικά

steidzams
steidzama palīdzība
επείγον
επείγουσα βοήθεια

vietējais
vietējie dārzeņi
τοπικός
το τοπικό λαχανικό

trīskāršs
trīskāršais mobiltelefona čips
τριπλός
ο τριπλός τσιπ κινητού

netīrs
netīrais gaiss
βρώμικος
το βρώμικο αέρα

muļķīgs
muļķīgais zēns
ηλίθιος
το ηλίθιο αγόρι

sociāls
sociālās attiecības
κοινωνικός
κοινωνικές σχέσεις

atomu
atomu sprādziens
πυρηνικός
η πυρηνική έκρηξη

seksuāls
seksuālā alkas
σεξουαλικός
σεξουαλική λαχτάρα

bezgalīgs
bezgalīga ceļš
ατελείωτος
ο ατελείωτος δρόμος

apsnigušs
apsnigušie koki
χιονισμένος
χιονισμένα δέντρα

redzams
redzamais kalns
ορατός
το ορατό βουνό
