Wortschatz
Lerne Adjektive – Griechisch

ανόητος
ένα ανόητο ζευγάρι
anóitos
éna anóito zevgári
albern
ein albernes Paar

ενής
ο ενής ποιμενικός σκύλος
enís
o enís poimenikós skýlos
wachsam
der wachsame Schäferhund

ριζικός
η ριζική λύση προβλήματος
rizikós
i rizikí lýsi provlímatos
radikal
die radikale Problemlösung

βραχώδης
ένας βραχώδης δρόμος
vrachódis
énas vrachódis drómos
steinig
ein steiniger Weg

άψητος
άψητο κρέας
ápsitos
ápsito kréas
roh
rohes Fleisch

μαλακός
το μαλακό κρεβάτι
malakós
to malakó kreváti
weich
das weiche Bett

παλιός
μια παλιά κυρία
paliós
mia paliá kyría
alt
eine alte Dame

σκοτεινός
ένας σκοτεινός ουρανός
skoteinós
énas skoteinós ouranós
düster
ein düsterer Himmel

ολοκληρωμένος
η ολοκληρωμένη απομάκρυνση του χιονιού
olokliroménos
i olokliroméni apomákrynsi tou chionioú
erledigt
die erledigte Schneebeseitigung

περισσότερος
περισσότερες στοίβες
perissóteros
perissóteres stoíves
mehr
mehrere Stapel

απλός
το απλό ποτό
aplós
to apló potó
simpel
das simpel Getränk
