Vocabulari
Aprèn adjectius – grec
υστερικός
ένα υστερικό φωνακλάδα
ysterikós
éna ysterikó fonakláda
histèric
un crit histèric
προσωρινός
ο προσωρινός χρόνος στάθμευσης
prosorinós
o prosorinós chrónos státhmefsis
limitat
el temps d‘aparcament limitat
ριζικός
η ριζική λύση προβλήματος
rizikós
i rizikí lýsi provlímatos
radical
la solució radical del problema
μεθυσμένος
ένας μεθυσμένος άνδρας
methysménos
énas methysménos ándras
borratxo
un home borratxo
χαζός
μια χαζή γυναίκα
chazós
mia chazí gynaíka
estúpid
una dona estúpida
ιδιοφυής
μια ιδιοφυής μεταμφίεση
idiofyís
mia idiofyís metamfíesi
genial
una disfressa genial
τοπικός
το τοπικό λαχανικό
topikós
to topikó lachanikó
local
la verdura local
μισός
το μισό μήλο
misós
to misó mílo
mitjà
la mitja poma
φιλικός
μια φιλική προσφορά
filikós
mia filikí prosforá
amable
una oferta amable
ιδανικός
το ιδανικό σωματικό βάρος
idanikós
to idanikó somatikó város
ideal
el pes corporal ideal
ενήλικος
το ενήλικο κορίτσι
enílikos
to eníliko korítsi
adult
la noia adulta