ذخیرہ الفاظ
صفت سیکھیں – یونانی

ουργιασμένη
μια ουργιασμένη γυναίκα
ourgiasméni
mia ourgiasméni gynaíka
ناراض
ناراض خاتون

αδιάβαστος
το αδιάβαστο κείμενο
adiávastos
to adiávasto keímeno
ناقابل پڑھنے والا
ناقابل پڑھنے والی مواد

κίτρινος
κίτρινες μπανάνες
kítrinos
kítrines banánes
پیلا
پیلے کیلے

ανόητος
το ανόητο λόγια
anóitos
to anóito lógia
بیوقوفانہ
بیوقوفانہ بات

ευτυχισμένος
το ευτυχισμένο ζευγάρι
eftychisménos
to eftychisméno zevgári
خوش قسمت
خوش قسمت جوڑا

ασφαλής
ασφαλής ένδυση
asfalís
asfalís éndysi
محفوظ
محفوظ لباس

φασιστικός
η φασιστική σύνθημα
fasistikós
i fasistikí sýnthima
فشیستی
فشیستی نعرہ

αλκοολικός
ο αλκοολικός άνδρας
alkoolikós
o alkoolikós ándras
شرابی
شرابی مرد

κόκκινος
ένα κόκκινο ομπρέλα
kókkinos
éna kókkino ompréla
سرخ
سرخ برساتی چھاتا

δημοφιλής
ένα δημοφιλές συναυλία
dimofilís
éna dimofilés synavlía
مشہور
مشہور کونسرٹ

σεξουαλικός
σεξουαλική λαχτάρα
sexoualikós
sexoualikí lachtára
جنسی
جنسی ہوس
