Vocabular
Învață adjective – Greacă

δυνατός
το δυνατό αντίθετο
dynatós
to dynató antítheto
posibil
contrariul posibil

καθαρός
καθαρά ρούχα
katharós
kathará roúcha
curat
rufele curate

άχρηστος
το άχρηστο καθρέφτη αυτοκινήτου
áchristos
to áchristo kathréfti aftokinítou
inutil
oglinda retrovizoare inutilă

κοντά
η λέαινα που είναι κοντά
kontá
i léaina pou eínai kontá
aproape
leoaica aproape

υστερικός
ένα υστερικό φωνακλάδα
ysterikós
éna ysterikó fonakláda
isteric
un strigăt isteric

ιρλανδικός
η ιρλανδική ακτή
irlandikós
i irlandikí aktí
irlandez
coasta irlandeză

δροσερός
το δροσερό ποτό
droserós
to droseró potó
răcoritor
băutura răcoritoare

περίεργος
το περίεργο εικόνα
períergos
to períergo eikóna
ciudat
imaginea ciudată

χοντρός
ένας χοντρός ψάρι
chontrós
énas chontrós psári
gras
peștele gras

υπέροχος
μια υπέροχη τοπίο με βράχια
ypérochos
mia ypérochi topío me vráchia
magnific
un peisaj stâncos magnific

παλιός
μια παλιά κυρία
paliós
mia paliá kyría
bătrân
o doamnă bătrână
