Ordliste
Lær adjektiver – Græsk
δημοφιλής
ένα δημοφιλές συναυλία
dimofilís
éna dimofilés synavlía
populær
en populær koncert
ανόητος
ένα ανόητο ζευγάρι
anóitos
éna anóito zevgári
tåbelig
et tåbeligt par
προσεκτικός
μια προσεκτική πλύση αυτοκινήτου
prosektikós
mia prosektikí plýsi aftokinítou
omhyggelig
en omhyggelig bilvask
διαζευγμένος
το διαζευγμένο ζευγάρι
diazevgménos
to diazevgméno zevgári
skilt
det skilte par
ριζικός
η ριζική λύση προβλήματος
rizikós
i rizikí lýsi provlímatos
radikal
den radikale problemløsning
ξινός
τα ξινά λεμόνια
xinós
ta xiná lemónia
sur
sure citroner
ωριαίος
η ωριαία αλλαγή φρουράς
oriaíos
i oriaía allagí frourás
timesvis
den timesvis vagtskifte
ιδιαίτερος
ένα ιδιαίτερο μήλο
idiaíteros
éna idiaítero mílo
særlig
et særlig æble
αρνητικός
το αρνητικό νέο
arnitikós
to arnitikó néo
negativ
den negative nyhed
ξένος
η ξένη αλληλεγγύη
xénos
i xéni allilengýi
udenlandsk
udenlandsk tilknytning
ευγενικός
ο ευγενικός θαυμαστής
evgenikós
o evgenikós thavmastís
flink
den flinke beundrer